zeppos-old.jpgΜια Ζωή Γεμάτη Δράση.
 
Γεννημένος το 1924 στη Βλαχοκερασιά, Αρκαδίας, ο Γιάννης Ζέππος είναι ένα από τα 9 παιδιά (7 αγόρια και 2 κορίτσια) του Δημοσθένη Ζέππου και της Μαγδαληνής, το γένος Ηλία Κατσαφάνα.
 
Ο Γιάννης τελείωσε το δημοτικό σχολείο και 2 τάξεις του Γυμνασίου. Διέκοψε τις περαιτέρω σπουδές του για να βοηθήσει τον πατέρα του στο «Γύφτικο» (σιδεράδικο) και στη φύλαξη των αιγοπροβάτων (15 γίδες και 12 πρόβατα) που ο πατέρας του είχε πάρει προίκα από τους Κατσαφανέους.  Τα πρόβατα στη συνέχεια έγιναν 120.
 
Όντας ο πρεσβύτερους γιος από μια πολύτεκνη οικογένεια απηλλάγη από τη στρατιωτική θητεία. 
   
iron-glastra.jpg meggeni.jpg tsipouria.jpg
Υποσημείωση: Ένα αμόνι, μια μέγγενη και μια τσιπουριά στο προαύλιο και την αποθήκη του Γιάννη Ζέππου. Τα πρώτα δύο είναι μερικά εξαρτήματα από το σιδεράδικο («γύφτικο») που απέκτησε ο πατέρας του Γιάννη από το σιδερά Αντώνη Λυμπερίου ο οποίος του έμαθε και την τέχνη. Για μια ολοκληρωμένη άποψη ενός σιδεράδικου, πηγαίνετε στην Ενότητα «Επιχειρηματικές Δραστηριότητες στη Βλαχοκερασιά». Την τσιπουριά που είναι πάνω από εκατό ετών αγόρασε ο πατέρας του Γιάννη από ένα Ζελιώτη ονόματι Γεώργιο Τσιώλλη. 
 
Ο πατέρας του Γιάννη υπηρέτησε ως κληρωτός στον τακτικό στρατό (στην Ανακτορική Φρουρά) για μια διετία (1926-28. Μετά την κατάληψη της Τρίπολης το 1944 από τους αντάρτες του ΕΑΜ, ξεκίνησε και μια μεγάλη περιπέτεια για την οικογένεια του Γιάννη. Με την κατηγορία δήθεν της κατασκοπίας, της προδοσίας υπέρ των Γερμανών (ουσιαστικά για προσωπικούς λόγους), οι αντάρτες συνέλαβαν 8 άνδρες, Βλαχοκερασιώτες και Αρβανιτοκερασιώτες (τους Ξενοφώντα Μήτσιο, Τάκη Χαρίτο, Σαράντο Μπόμπο, Νικόλα Γάτση, Γιώργη Γριμπά, Νικόλα Γριμπά, Δημοσθένη Ζέππο και Ιωάννη Αντωνόπουλο ) , μεταξύ των οποίων και τον πατέρα του Γιάννη. Τους μετάφεραν σε στρατόπεδο ανταρτών κοντά στα Μαγούλιανα, Γορτυνίας, όπου και τους κράτησαν. Έχοντας πεισθεί ότι θα τους εκτελέσουν, οι κρατούμενοι αποφάσισαν να ντυθούν αντάρτες και να πολεμήσουν στο πλευρό ανταρτών, στέλνοντας σχετικό μήνυμα στον Καπετάνιο Μαυρόγιαννη με τον Ξενοφώντα Μήτσιο. Ο πατέρας του Γιάννη μαζί με τους άλλους 7 είχαν πάρει μέρος στη μάχη κατά των Γερμανών στα Κανελλάκια.
 
Στο μεταξύ, είχε μεσολαβήσει πολύς καιρός (6 μήνες από το Μάρτη 1944 έως το Σεπτέμβρη) χωρίς οι συγγενείς τους να έχουν νέα για τη ζωή τους. Οι τελευταίοι θεώρησαν ότι οι αντάρτες τους είχαν εκτελέσει. Μάλιστα, η σύζυγος του Δημοσθένη Ζέππου είχε προετοιμάσει μνημόσυνο, όταν ένας πολίτης (γέρος) ήρθε στο χωριό και διαμήνυσε στους συγγενείς του Δημοσθένη ότι ήταν ζωντανός και δρούσε στην περιοχή Σκορτσιανού (Αγριακώνα). Φυσικά τους πρόλαβε, οπότε ματαιώθηκε το μνημόσυνο.
 
Είκοσι περίπου ετών παλικάρι, ο Γιάννης ξεκίνησε μια περιπετειώδη πεζοπορία για να βρει και να συναντήσει τον πατέρα του. Μαζί του ήταν και η συγχωριανή του Παναγιώτα Μπόμπου, κόρη του Νικόλα Μπόμπου («Κατσαρού»), η οποία πήγαινε στην Αγριακώνα να επισκεφτεί τη θειά της και να φορτώσει το μουλάρι καλάμια που χρειάζονταν για τη σκεπή του σπιτιού τους. Γνωρίζοντας ότι θα μπορούσαν να πέσουν σε εστίες ανταρτών, ταξίδευσαν την νύχτα και ακολούθησαν τα λιγότερο πεπατημένα μονοπάτια. Όμως, έγιναν αντιληπτοί από ομάδα ανταρτών οι οποίοι και τους σταμάτησαν για έλεγχο. Τους ρώτησαν προς τα πού κατευθύνονταν και το λόγο για το ταξίδι τους. Η Παναγιώτα τους είπε τους λόγους που προαναφέρθηκαν και της επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι της. Ο Γιάννης τους είπε ότι αναζητούσε τον πατέρα του και τον κράτησαν φρουρούμενο σε ένα καλυβάκι (λόντζα) με ένα μικρό παραθυράκι, όπως στα εξωκλήσια.
 
Ο Γιάννης παρέμεινε φυλακισμένος για 12 ώρες ουσιαστικά στο σκοτάδι, μέχρι το πρωί. Τον διέτρεχε μεγάλη αγωνία, μη γνωρίζοντας αν θα τη γλιτώσει ή αν θα τον εκτελέσουν. Άκουσε το ποδοβολητό και τις φωνές ανταρτών που συζητούσαν μεταξύ τους. Μία από αυτές της φωνές ήταν οικεία στο Γιάννη Ζέππο. Ήταν η φωνή του συγχωριανού Ξενοφώντα Μήτσιου. Με το άνοιγμα της πόρτας, ο Ξενοφώντας αναγνώρισε τον Γιάννη και τον ρώτησε «τι κάνεις εσύ εδώ». Ο Γιάννης του απάντησε ότι έψαχνε τον πατέρα του και τον έκλεισαν στο καλύβι. Τον απελευθέρωσαν και μετά από περίπου 3-4 ώρες εμφανίστηκε και ο ίδιος ο πατέρας του, ο οποίος είχε επωμιστεί τη συνοδεία κρατουμένων (ένα παππά, μια έγκυο γυναίκα, 4-5 παιδιά, όλοι τους ξυπόλυτοι και ρακένδυτοι, καθώς και κάτι αγελάδες και πρόβατα. Ο Γιάννης δεν γνωρίζει τίποτα για την περαιτέρω τύχη των κρατουμένων.
 
Στην Αγριακώνα ο Γιάννης συνάντησε και τον Καπετάνιο των ανταρτών, τον Μαυρόγιαννη, ο οποίος επέτρεψε στο Γιάννη να επιστρέψει στη Βλαχοκερασιά, ενώ ταυτόχρονα του ανάθεσε τη μεταφορά ενός γράμματος, το οποίο απευθυνόταν στους τοπικά υπεύθυνους του ΕΑΜ (μεταξύ των οποίων ήταν οι Τάκης Ζέππος, ο Ανδρίκος Πατσιλίβας, ο Ντίνος Κοντογιάννης, ο Θοδωρής Κατσαφάνας και ένας άλλος). Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Γιάννη, το γράμμα προειδοποιούσε τους τοπικά υπεύθυνους να μην εξαντλήσουν την αγριότητά τους σε βάρος πολιτών γιατί θα τους ωθούσαν στα Τάγματα Ασφαλείας. Σε περίπτωση παραβίασης αυτής της οδηγίας τους περίμενε η εκτέλεση στις Καλτεζιές.
 
Με τη λήξη του πολέμου, οι 8 που είχαν συγκεντρωθεί στο στρατόπεδο των ανταρτών, και είχαν συστρατευτεί στον αγώνα των τελευταίων, επέστρεψαν στα σπίτια τους σώοι.  Στο μεταξύ είχαν καεί ολοσχερώς  από τους Γερμανούς 80 περίπου Σπίτια Βλαχοκερασιωτών, ενώ αρκετά είχαν καεί από τους αντάρτες Το σπίτι του Γιάννη ήταν μισοκαμμένο. Ο ίδιος ο Γιάννης έπεσε θύμα ξυλοδαρμού από τους Γερμανούς γιατί είχε αποπειραθεί να σβήσει τη φωτιά που κατάκαιγε το σπίτι του Στέφανου Μεντή, ενώ τη γλίτωσε από σίγουρο θάνατο χάρις στην παρέμβαση του παππού, του Γιώργη, ο οποίος σκούντησε το Γερμανό με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αστοχήσει. Η οικογένεια του Γιάννη δεν αναμείχθηκε στις εχθροπραξίες του Εμφυλίου Πολέμου (1947-1949).
 
Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, ο πατέρας, η μητέρα και τα 8 παιδιά μετανάστευσαν σταδιακά (1951-1956) στις Η.Π.Α., και συγκεκριμένα στο Reading, Pennsylvania. Ο πρώτος που ξενιτεύτηκε ήταν ο πατέρας και δύο παιδιά του μετά από πρόσκληση του Κωνσταντίνου Μεντή (Η γιαγιά του Γιάννη και ο Κ. Μεντής ήταν αδέλφια). Ακολούθησαν η μητέρα με άλλα δύο παιδιά και στη συνέχεια τα υπόλοιπα παιδιά.
 
Ο πρεσβύτερος γιος, ο Γιάννης, έμεινε στο χωριό στυλοβάτης του πατρικού. Παράτησε το σιδεράδικό και έδωσε τα πρόβατα μισιακά. Επικεντρώθηκε στην καλλιέργεια μηλιών (ποικιλία ντελίσιους και φιρίκια στη Βάλτενα), με ετήσια παραγωγή 10-12 τόνων τις καλές εποχές  καθώς και με την μελισσοκομία, με 200 μελίσσια και ετήσια παραγωγή 2-3 τόνους μέλι, το οποίο και διέθετε στην κοινοπραξία μελισσοκόμων Ελλάδας.  
 
Ο Γιάννης πήρε αγροτική σύνταξη στα 65 του, αλλά συνέχισε να ασχολείται με τις μηλιές και τα μελίσσια έως τα 85 του. Παράλληλα έκανε και πολυάριθμα (12) ταξίδια στις ΗΠΑ, να επισκεφτεί τους γονείς του και αδέλφια του. Διανύοντας την δέκατη δεκαετία της ζωής του, ο Γιάννης έχει αποκλιμακώσει τις ασχολίες του στον πρωτογενή τομέα. Μετά στέρεψε το νερά (Το δάσος απορρόφησε το νερό) και ερήμωσαν τα χωράφια της Βάλτενας. Μειώθηκε και η αγροτική του δραστηριότητα Τα ποτιστικά και ξερικά δεν καλλιεργούνται πια. Καλλιεργεί, με τη βοήθεια των παιδιών και εργατών τις ελιές στην Κονιδίτσα, στο Άστρος Κινουρίας, και τα Καλαμάκια (πλαγιά κάτω από τον Προφήτη Ηλία). Έχει διατηρήσει και 40 μελίσσια, τα οποία φροντίζει ο γαμπρός του, Νίκος Σταθόπουλος (ανιψιός του Μιχάλη Σταθόπουλου (Αϊτάντη) «Προφέσορ»)  
 
Εκτός από τις αγροτικές του ασχολίες, ο Γιάννης ασχολήθηκε και με τα κοινά.  Διατέλεσε Πρόεδρος της Σχολικής Επιτροπής δημοτικού και Γυμνασίου Βλαχοκερασιάς. Υπηρέτησε ως αντι-Πρόεδρος της Κοινότητας κατά τη θητεία του Δημήτρη Λάγκα (1964-1968), ενώ άσκησε χρέη Προέδρου τα τελευταία χρόνια της θητείας του Λάγκα λόγω κωλυμάτων του τελευταίου. Χρημάτισε ως Πρόεδρος της Κοινότητας της Βλαχοκερασιάς την περίοδο (1968-1974). Ο ίδιος λέει ότι ήθελε να παραιτηθεί με την ανάληψη της εξουσίας από τη δικτατορία, αλλά του συνέστησαν να παραμείνει.
 
Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ολοκληρώθηκαν μια σειρά έργων μετά από τη δική του δυναμική και τεκμηριωμένη παρέμβαση, όπως η υδροδότηση της Βλαχοκερασιάς και της Κερασιάς από τα νερά της Βάλτενας∙ το άνοιγμα του δρόμου προς τη Βάλτενα και τα Μουρσιά∙ το ρίξιμο το πρώτων τσιμέντων στους δρόμους της Βλαχοκερασιάς∙ η κατασκευή δεξαμενής για τα πρόβατα στο Μακρυπλάϊ (κοντά στου Ζέλι το ίσωμα), του προαυλίου και του γηπέδου στο σχολείο, και ένα μέρος του υπονόμου (από το γεφύρι στην κεντρική αγορά) μέχρι το δημόσιο πηγάδι∙ η διαμόρφωση του δρόμου προς του Λιανού (Πρόπαντη), η διάνοιξη των πρώτων χιλιομέτρων (1-2) του δρόμου Βλαχοκερασιάς-Μάναρη, η προέκταση του νεκροταφείου (δυο φορές) και η διαμεσολάβηση για την κατασκευή βόθρων σε όσα σπίτια του χωριού δεν το είχαν κάνει με δική τους πρωτοβουλία. 
 
synt-zeppos.jpg
Ο Γιάννης Ζέππος, μέλος και Ταμίας της Εκκλησιαστικής Επιτροπής, στον Αγιώργη,
Έτος 1995 (Αρχείο Γιάννη Ζέππου).
 
Ένα σημαντικό μέρος από τη ζωή του ο Γιάννης το έχει αφιερώσει και στις εκκλησίες της Βλαχοκερασιάς. Ήταν μέλος και ταμίας της Εκκλησιαστικής Επιτροπής για 19 συνεχόμενα χρόνια (1960-1979). Στην Επιτροπή έχει συνυπηρετήσει κατά καιρούς με τους Αριστείδη Νικολόπουλο («Καλόγερος», γαμπρός του Λάμπρου Μάνδρου), Νίκο Χουχουλή, Γιώργιο Αλεξάνδρου, Γιάννη Κοντογιάννη, Λευτέρη Σουρλά και Τάσο Σκιαδά. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Εκκλησιαστική Επιτροπή συντελέστηκε το σοβαρότερο έργο ανακαίνισης του Αι Γιώργη, των Αγίων Αποστόλων, της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Νικόλα, του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Αθανασίου, του Αι Γιάννη, της Παναγίτσας και διαμορφώθηκε/κατασκευάστηκε ο προαύλιος χώρος της Μητρόπολης (Εκκλησία «Κοιμήσης της Θεοτόκου») που αξιοποιείται και για εκδηλώσεις της κοινότητας. 
 
3zepmen.jpg
Ο Γιάννης Ζέππος, ο Παπαθανάσης Μπαλαλώτης από το Βουνό Τεγέας και ο Αριστείδης Νικολόπουλος
(«Καλόγερος»), γαμπρός του Λάμπρου Μάνδρου, Δεκαετία 1960 (Αρχείο Γιάννη Ζέππου). 
 
Ο Γιάννης ήταν παντρεμένος για 53 χρόνια με την σύζυγό του Σταμάτα, το γένος Γιάννη Βελισσάρη. Από το γάμο αυτό προέκυψαν δύο κόρες, η Μαγδαληνή και η Αιμιλία, καθώς και 6 εγγόνια. Έχασε ένα από τα εγγόνια του, τον Παναγιώτη, σε ηλίκια μόλις 17 ετών, ένα παλικάρι με αποδεδειγμένες ηγετικές ικανότητες.
 
Καθώς διανύει την δέκατη δεκαετία της ζωής του ο Γιάννης αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην ευρύτερη οικογένειά του, τα αδέλφια του, τις κόρες τους, τα εγγόνια του και τα δισέγγονά του. Τους χειμώνες τους περνάει στην Τρίπολη με τις δύο κόρες του. Τα καλοκαίρια στο χωριό. Εκεί υποδέχεται τα αδέλφια και τα παιδιά τους από την Αμερική, την Τρίπολη και την Αθήνα. Ταυτόχρονα, συνεχίζει να ασχολείται έστω και για λίγο χρόνο με τα αγροτικά του και τα κοινά. Παραμένει έμπιστος διαμεσολαβητής για κοινωφελή έργα στο αγαπημένο του χωριό, τη Βλαχοκερασιά. Στις τελευταίες δραστηριότητες του συγκαταλέγεται και η διαμεσολάβησή του στην «Αδελφότητα Βλαχοκερασιωτών» για την αποκατάσταση της οικίας του συμπατριώτη Αλέκου Μπιστόλα, η οποία είχε καταστραφεί ολοσχερώς από πυρκαγιά την άνοιξη του 2015, καθώς για την προαγωγή των σχεδίων του για την ανακατασκευή της Βρύσης στο Μελίσσι, η οποία και αποτελεί ένα σημαδιακό σταθμό στο μονοπάτι Σκιρίτιδας.
 
Αφήγηση στον Νίκο Π. Πετρόπουλο, 4 Ιουλίου 2015.